Με αγορές άνω των 40.00€ ΔΩΡΕΑΝ έξοδα αποστολής σε όλη την Ελλάδα και ΔΩΡΟ η tote bag
  • Home

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΠΛΕ ΠΟΡΤΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΠΛΕ ΠΟΡΤΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό, 

Στο πιο στενό σοκάκι της πόλης, εκεί που ούτε ο ήλιος δεν έμπαινε εύκολα, ήταν μια πόρτα. Μπλε. Παλιά. Με χρυσές λεπτομέρειες που έμοιαζαν να κινούνται, σαν να ανέπνεαν, αν τις κοιτούσες αρκετή ώρα.

Κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς εμφανίστηκε.

Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα της χωρίς να σταματούν.
Σαν να μην υπήρχε.
Σαν να μην την έβλεπαν καν.

Μόνο όσοι είχαν χάσει κάτι… την έβλεπαν.

Ο Βασίλης τη βρήκε τυχαία. Ή έτσι νόμιζε.

Είχε επιστρέψει στην πόλη μετά από χρόνια. Όλα του φαίνονταν ίδια… και ταυτόχρονα ξένα. Οι δρόμοι μικρότεροι. Τα κτίρια πιο βαριά. Οι άνθρωποι πιο βιαστικοί.

Και μέσα του… ένα κενό.

Ένα κενό που δεν είχε όνομα.

Μέχρι που είδε την πόρτα.

Στάθηκε μπροστά της για ώρα.

Δεν είχε πόμολο.
Μόνο μια μικρή χαραγματιά στη μέση, σαν να περίμενε το άγγιγμά του.

Δίστασε.

Και μετά… άπλωσε το χέρι.

 

Τη στιγμή που τα δάχτυλά του άγγιξαν το ξύλο, η πόρτα άνοιξε.

Χωρίς ήχο.

Μέσα δεν υπήρχε δωμάτιο.

Υπήρχε… ένας άλλος κόσμος.

Ένας δρόμος λουσμένος στο φως. Ζεστός αέρας. Χρώματα. Ζωή.

Σαν καλοκαίρι που δεν τελείωσε ποτέ.

Ο Βασίλης πέρασε το κατώφλι.

Και τότε το κατάλαβε.

Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Έβλεπε τα πάντα.

Άνθρωποι να περπατούν.
Να γελούν.
Να μιλούν μεταξύ τους.
Παιδιά να τρέχουν.
Πουλιά να πετούν χαμηλά, σχεδόν αγγίζοντας τον αέρα γύρω του.

Τα χείλη τους κινούνταν.
Τα σώματα γελούσαν.

Αλλά…

Δεν υπήρχε κανένας ήχος.

Ούτε βήματα.
Ούτε φωνές.
Ούτε μουσική.

Τίποτα.

Σαν κάποιος να είχε σβήσει τον κόσμο.

 

Ο Βασίλης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.

«Γεια σου!» φώναξε.

Η φωνή του… δεν ακούστηκε ούτε στον ίδιο.

Άρχισε να περπατά πιο γρήγορα.

Οι άνθρωποι συνέχιζαν να γελούν.
Να μιλούν.
Να ζουν.

Αλλά όλα… σιωπηλά.

Μια χαρά που δεν μπορούσε να ακούσει.

Μια ζωή από την οποία ήταν απ’ έξω.

Και τότε την είδε.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, καθισμένη μπροστά σε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι.

Τα χέρια της κινούνταν αργά. Σταθερά. Σαν να ακολουθούσαν έναν ρυθμό που δεν υπήρχε.

Ζύμωνε.

Ο Βασίλης στάθηκε μπροστά της.

«Με ακούτε;» είπε.

Καμία απάντηση.

Μόνο τα χέρια της.
Να δουλεύουν.

Βούτυρο.
Αλεύρι.

Απλά υλικά.

Κι όμως… όχι απλά.

Έριξε μέσα μικρά κομμάτια φρούτου που έλαμπαν σαν να κρατούσαν μέσα τους καλοκαίρι.
Μια κρέμα βελούδινη, σχεδόν φωτεινή.
Και στο τέλος…

Κάτι σαν φως.

Ο Βασίλης την κοίταζε, σχεδόν μαγνητισμένος.

«Γιατί δεν ακούγεται τίποτα;» ψιθύρισε.

 

Τότε… για πρώτη φορά… η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα.

Και τον κοίταξε κατευθείαν.

«Γιατί δεν έχεις ακούσει εδώ και καιρό», του είπε.

 

Η φωνή της…

Ήταν ο πρώτος ήχος που άκουσε.

Ο Βασίλης πάγωσε.

«Τι εννοείτε;»

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Έβαλε το μείγμα στον φούρνο.

 

Ο χρόνος σταμάτησε.

Ή ίσως… επιτέλους ξεκίνησε.

Ο Βασίλης κοιτούσε γύρω του.

Οι άνθρωποι γελούσαν.
Τα παιδιά έτρεχαν.
Τα πουλιά πετούσαν.

Αλλά ακόμα… σιωπή.

Η πόλη χωρίς ήχο.

Η χαρά χωρίς φωνή.

Όταν η γυναίκα άνοιξε τον φούρνο, ο αέρας γέμισε άρωμα.

Κάτι ανάμεσα σε γλυκό και δροσερό.
Κάτι βαθύ.
Κάτι που σε τραβούσε.

Το άφησε μπροστά του.

Ένα μεγάλο μπισκότο.

Ζεστό. Ζωντανό.

«Μόνο μία μπουκιά», του είπε.

Ο Βασίλης δίστασε.

Και μετά… δάγκωσε.

Και τότε,

Ο κόσμος εξερράγη.

Γέλια.
Φωνές.
Βήματα.
Μουσική.

Ο ήχος των πουλιών.
Ο άνεμος.
Τα πάντα.

Όλα μαζί.

Όλα ταυτόχρονα.

Ο Βασίλης έκανε πίσω, σχεδόν ζαλισμένος.

Και μέσα σε αυτόν τον θόρυβο…

Είδε.

Ένα παιδί να γελά.
Ξυπόλητο.
Να τρέχει στον ήλιο.

Ήταν εκείνος.

Η δεύτερη μπουκιά…

Τον πήγε αλλού.

Σε μια φωνή που είχε ξεχάσει.
Σε ένα όνομα που δεν είχε πει καιρό.
Σε μια στιγμή που νόμιζε πως είχε χαθεί.

Και τότε κατάλαβε.

Δεν έτρωγε.

Ξυπνούσε.

Ξυπνούσε τον εαυτό του.

Όταν άνοιξε τα μάτια του…

Ήταν πάλι στο σοκάκι.

Η πόρτα είχε εξαφανιστεί.

Ο ήχος της πόλης γύρω του… δυνατός. Κανονικός.

Αλλά τώρα… διαφορετικός.

Στο χέρι του όμως…

Κρατούσε ακόμα κάτι.

Ένα μεγάλο, ζεστό, ακαταμάχητο μπισκότο.

Και τώρα ήξερε.

Δεν ήταν απλώς ένα μπισκότο.

Ήταν αυτό που του έλειπε.

One Big Bite.

Και αυτή τη φορά…

Άκουγε τα πάντα.

Για την “ακούσεις” πάτα εδώ