Με αγορές άνω των 80.00€ ΔΩΡΕΑΝ έξοδα αποστολής σε όλη την Ελλάδα και ΔΩΡΟ η tote bag
  • Home

Το Υποβρύχιο που Ταξίδευε στο ποτήρι

Το Υποβρύχιο που Ταξίδευε στο ποτήρι

Μια φορά κι έναν καιρό,

Ένα καλοκαιρινό πρωινό, όταν ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να χρυσίζει τη θάλασσα, η Πεταλούδα και η Αλεπού βρέθηκαν σε ένα μικρό νησί.

Το νησί ήταν γεμάτο αρώματα.

Από τη μια πλευρά μύριζε λεμονιές που είχαν μεγαλώσει δίπλα σε πέτρινους τοίχους. Από την άλλη, μικρά μανταρινόδεντρα σκόρπιζαν στον αέρα μια γλυκιά μυρωδιά που θύμιζε ήλιο.

Τα σοκάκια ήταν στενά και λευκά, και κάπου στο τέλος τους ακουγόταν ο ήχος των κυμάτων.

Η Αλεπού περπάτησε αργά μέχρι το λιμάνι. Μικρές βάρκες κουνιόνταν απαλά στο νερό. Η Πεταλούδα πέταξε λίγο πιο ψηλά.

«Μυρίζει καλοκαίρι», είπε. Η Αλεπού όμως είχε ήδη σταματήσει. Είχε εντοπίσει μια άλλη μυρωδιά.

Κάτι γλυκό. Κάτι δροσερό. Κάτι που έμοιαζε με παιδική ανάμνηση.

Ακολούθησαν το άρωμα μέχρι ένα μικρό παλιό καφενείο δίπλα στη θάλασσα. Εκεί καθόταν ένας παππούς με ψάθινο καπέλο και μάτια που έμοιαζαν να έχουν δει πολλές θάλασσες.

Στο τραπέζι του υπήρχαν μερικά ποτήρια με κρύο νερό και ένα μικρό γυάλινο βάζο.

Η Πεταλούδα κάθισε πάνω στο τραπέζι.

Ο παππούς χαμογέλασε. «Καλώς ήρθατε.»

Η Αλεπού κοίταξε το βάζο. Μέσα υπήρχε ένα γλυκό λευκό σαν σύννεφο.

Ο παππούς πήρε ένα κουτάλι. Βούτηξε λίγο από το γλυκό και το άφησε να γλιστρήσει μέσα στο ποτήρι.

Το γλυκό κατέβηκε αργά μέσα στο νερό… σαν μικρό καράβι.

Η Πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της. «Τι είναι αυτό;»

Ο παππούς γέλασε. «Αυτό είναι το υποβρύχιο

Η Αλεπού κοίταξε το ποτήρι. Το γλυκό ταξίδευε μέσα στο νερό σαν μικρό πλοίο που εξερευνούσε μια διαφανή θάλασσα.

Ο παππούς πρόσθεσε μια μικρή κουταλιά ακόμη.

Και τότε το άρωμα απλώθηκε στον αέρα.

Χιώτικο μανταρίνι.

Γλυκό. Φωτεινό. Ζεστό σαν ήλιος που δύει.

Η Πεταλούδα δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Τα μάτια της άνοιξαν. «Είναι σαν να πίνεις καλοκαίρι!»

Ο παππούς γέλασε. «Περίμενε.» Πήρε ένα δεύτερο βαζάκι.

Αυτή τη φορά το άρωμα ήταν διαφορετικό. Φρέσκο. Ζωντανό. Δροσερό.

Λεμόνι.

Το υποβρύχιο κατέβηκε ξανά στο ποτήρι.

Και η γεύση ήταν σαν κύμα που σκάει σε βράχο μια ζεστή ημέρα.

Η Αλεπού κοίταξε τη θάλασσα. «Πόσο καιρό τα φτιάχνετε αυτά;»

Ο παππούς ακούμπησε το κουτάλι. «Από τότε που ήμουν μικρός.»

Κοίταξε το λιμάνι. «Η γιαγιά μου τα έφτιαχνε για τα παιδιά που έτρεχαν όλη μέρα στην παραλία.»

Η Πεταλούδα πέταξε γύρω από το ποτήρι. «Και γιατί το λένε υποβρύχιο;»

Ο παππούς χαμογέλασε. «Γιατί κάθε κουταλιά κάνει ένα μικρό ταξίδι μέσα στο νερό.» Σήκωσε το ποτήρι προς τον ήλιο. Το φως πέρασε μέσα από το γλυκό και έμοιαζε σαν μικρό φανάρι.

Η Αλεπού πήρε άλλη μια γουλιά και για μια στιγμή ένιωσε σαν να ήταν πάλι παιδί.

Να τρέχει σε ένα νησί.
Να ακούει κύματα.
Να γελά κάτω από τον ήλιο.

Ο παππούς τους κοίταξε με ένα ήσυχο χαμόγελο. «Ξέρετε κάτι;»

Η Πεταλούδα γύρισε. «Τι;»

«Μερικά γλυκά δεν φτιάχνονται μόνο για τη γεύση τους.»

Η Αλεπού έγνεψε. «Για τι τότε;»

Ο παππούς κοίταξε τη θάλασσα. «Για να θυμόμαστε καλοκαίρια που δεν θέλουμε ποτέ να τελειώσουν.»

Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Οι βάρκες συνέχιζαν να λικνίζονται στο νερό.

Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που κάποιος δοκιμάζει υποβρύχιο βανίλια με Χιώτικο μανταρίνι ή λεμόνι, λένε πως για μια στιγμή η γεύση του τον ταξιδεύει σε ένα μικρό νησί. Σε ένα παλιό καφενείο. Και σε έναν παππού που ξέρει ότι τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή… είναι τα πιο απλά.

Βρες το υποβρύχιο εδώ