Με αγορές άνω των 40.00€ ΔΩΡΕΑΝ έξοδα αποστολής σε όλη την Ελλάδα και ΔΩΡΟ η tote bag
  • Home

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΧΩΡΙΟ

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΧΩΡΙΟ

Μια φορά κι έναν καιρό, 

Κανείς δεν έμπαινε στο δάσος μετά τη δύση.

Όχι γιατί το απαγόρευε κάποιος.
Αλλά γιατί… όσοι το δοκίμασαν, δεν γύρισαν ποτέ ίδιοι.

Στην άκρη ενός ξεχασμένου χωριού της Αρκαδίας, εκεί που τα σπίτια μοιάζουν να έχουν ριζώσει στη γη και ο χρόνος κυλά πιο αργά, υπήρχε ένα μονοπάτι. Στενό. Σιωπηλό. Σαν να το είχε χαράξει κάτι που δεν ήθελε να βρεθεί.

Οι ηλικιωμένοι το έδειχναν πάντα με το ίδιο βλέμμα:
όχι φόβο… αλλά μνήμη.

Ο Νικήτας δεν πίστευε σε αυτά.

Είχε επιστρέψει στο χωριό μόνο για λίγες μέρες.
Για να πουλήσει το παλιό σπίτι της γιαγιάς του.
Για να τελειώνει με όλα όσα τον κρατούσαν πίσω.

Αλλά εκείνο το βράδυ…

…είδε φως μέσα στο δάσος.

Όχι φως από φεγγάρι.
Ούτε από φακό.

Ήταν ζεστό. Χρυσαφένιο. Σαν να ανέπνεε.

Και τον καλούσε.

Χωρίς να το σκεφτεί, μπήκε στο μονοπάτι.

Στην αρχή, όλα ήταν ήσυχα.

Πολύ ήσυχα.

Ούτε φύλλα.
Ούτε αέρας.
Ούτε ζώα.

Μόνο η αναπνοή του.

Και μετά… κάτι περίεργο.

Έβλεπε κίνηση.

Σκιές να περνούν ανάμεσα στα δέντρα.
Σαν άνθρωποι που περπατούσαν.
Σαν παιδιά που έτρεχαν.

Αλλά… δεν ακουγόταν τίποτα.

Καμία φωνή.
Κανένα γέλιο.
Καμία ζωή.

Σαν ένας κόσμος που είχε ξεχάσει τον ήχο.

Ο Νικήτας πάγωσε.

«Υπάρχει κανείς;» φώναξε.

Η φωνή του… χάθηκε πριν καν τελειώσει.

Σαν να την κατάπιε το δάσος.

Προχώρησε πιο βαθιά.

Το φως δυνάμωνε.

Και τότε την είδε.

Μια μικρή αυλή, κρυμμένη μέσα στα δέντρα.

Στη μέση… ένα πέτρινο τραπέζι.

Και πίσω του… μια γυναίκα.

Γριά.
Ακίνητη.
Σαν να τον περίμενε χρόνια.

Τα χέρια της κινούνταν αργά.

Ζύμωνε.

Χωρίς να μιλά.
Χωρίς να τον κοιτά.

Μόνο ζύμωνε.

Ο Νικήτας κάθισε απέναντί της.

Δεν ήξερε γιατί.

Δεν ήθελε να φύγει.

Τα υλικά μπροστά της ήταν απλά.

Ταχίνι.
Μέλι.
Αλεύρι.

Τίποτα άλλο.

Κι όμως… κάτι δεν ταίριαζε.

Η μυρωδιά.

Δεν ήταν απλώς γλυκιά.

Ήταν… οικεία.

Σαν σπίτι.

Σαν παιδικά καλοκαίρια.
Σαν μεσημέρια χωρίς άγχος.
Σαν κάτι που είχε ξεχάσει πως υπήρχε.

Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα.

Για πρώτη φορά.

«Άργησες», είπε.

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

«Με ξέρετε;»

«Ξέρω τι ψάχνεις.»

«Δεν ψάχνω τίποτα.»

Εκείνη χαμογέλασε.

Σαν να είχε ακούσει αυτή τη φράση… χιλιάδες φορές.

Έπλασε τη ζύμη σε μικρές πλεξούδες.

Τις άφησε πάνω σε ένα παλιό ταψί.

Και τις έβαλε σε έναν φούρνο που… δεν υπήρχε πριν.

Η φωτιά άναψε χωρίς σπίρτο.

Ο χρόνος σταμάτησε.

Κάτι άλλαξε.

Οι σκιές γύρω τους πλησίασαν.

Ο Νικήτας τις έβλεπε καθαρά πλέον.

Άνθρωποι.

Γελούσαν. Μιλούσαν. Αγκαλιάζονταν.

Αλλά ακόμα… χωρίς ήχο.

Ένας κόσμος γεμάτος ζωή… σε απόλυτη σιωπή.

Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.

«Γιατί δεν ακούω τίποτα;»

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Όταν τα έβγαλε από τον φούρνο, ο αέρας γέμισε άρωμα.

Βαθύ. Ζεστό. Γλυκό.

Του έδωσε ένα.

«Μόνο μια μπουκιά.»

Ο Νικήτας δίστασε.

Και μετά… δάγκωσε.

Και τότε…

Ο κόσμος έσπασε.

Ήχος.

Ξαφνικά, τα πάντα είχαν ήχο.

Γέλια.
Φωνές.
Βήματα.
Αέρας.

Τα παιδιά έτρεχαν.
Οι άνθρωποι τραγουδούσαν.
Κάποιος τον φώναζε με το όνομά του.

Γύρισε.

Ήταν η γιαγιά του.

Νέα. Ζωντανή.
Όπως τη θυμόταν.

Του χαμογέλασε.

Η δεύτερη μπουκιά…

Τον γύρισε σε ένα καλοκαίρι που είχε ξεχάσει.

Χωρίς άγχος.
Χωρίς φόβο.
Χωρίς “πρέπει”.

Μόνο απλότητα.

Μόνο αλήθεια.

Όταν άνοιξε τα μάτια του…

Ήταν μόνος.

Το δάσος είχε εξαφανιστεί.

Το ίδιο και η γυναίκα.

Στο χέρι του όμως…

Κρατούσε ακόμα την πλεξούδα.

Απλή.

Αγνή.

Σαν να μην είχε περάσει ποτέ από φούρνο…

αλλά από μνήμη.

Και τότε κατάλαβε.

Δεν είχε βρει κάτι καινούριο.

Είχε επιστρέψει σε κάτι αληθινό.

Μπισκότα Bio με Ταχίνι & Μέλι.
Χωρίς περιττά. Χωρίς συμβιβασμούς.
Μόνο ό,τι χρειάζεται… για να θυμηθείς.

Για να δοκιμάσεις αυτό που έκανε η γιαγιά, πάτα εδώ