Μια φορά κι έναν καιρό,
Το τρένο δεν είχε σταθμούς.
Έτρεχε πάνω σε ράγες που εμφανίζονταν μόλις ένα βήμα πριν τις ρόδες του και χάνονταν αμέσως μετά, σαν σκέψεις που δεν προλαβαίνεις να τελειώσεις.
Η Πεταλούδα και η Αλεπού ανέβηκαν χωρίς εισιτήριο, ένα σούρουπο που ο ουρανός είχε το χρώμα των πραγμάτων που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
– «Αν κατεβούμε;» ρώτησε η Πεταλούδα.
– «Δεν κατεβαίνεις από αυτό το τρένο», είπε η Αλεπού.
«Μόνο μαθαίνεις πώς να ταξιδεύεις.»
Μέσα στα βαγόνια δεν υπήρχαν καθίσματα. Υπήρχαν άνθρωποι.
Άλλοι γελούσαν υπερβολικά, σαν να φοβούνταν τη σιωπή. Άλλοι κοιτούσαν έξω με μάτια κουρασμένα από εικόνες. Άλλοι κρατούσαν τα πρόσωπά τους σφιχτά, λες και αν τα άφηναν, θα έπεφταν όλα όσα είχαν συγκρατήσει χρόνια.
Κάθε βαγόνι είχε άλλο φως.
Άλλο βάρος.
Άλλη ταχύτητα.
– «Γιατί τρέχει τόσο;» ψιθύρισε η Πεταλούδα.
– «Γιατί κανείς δεν του είπε πότε, φτάνει», απάντησε η Αλεπού.
Προχώρησαν προς το μπροστινό βαγόνι.
Εκεί, ο αέρας ήταν διαφορετικός. Ζεστός, πυκνός, σαν βλέμμα που έχει διασχίσει πολλές νύχτες χωρίς να κλείσει.
Οι άνθρωποι εκεί δεν μιλούσαν. Κοίταζαν μπροστά. Πάντα μπροστά.
Όχι από ελπίδα. Από συνήθεια.
Τα μάτια τους ήταν καθαρά και βαθιά κουρασμένα.
Η Πεταλούδα ακούμπησε το τζάμι.
Και τότε το τρένο τράνταξε από το βάρος των φτερών της.
Σαν να κουβαλούσε πάρα πολλά βλέμματα άυπνα, πάρα πολλές στιγμές που δεν πρόλαβαν να σταθούν.
– «Αν συνεχίσει έτσι, θα σπάσει», είπε.
– «Ή θα αλλάξει ρυθμό», απάντησε η Αλεπού.
Στο τελευταίο βαγόνι βρήκαν κάτι απροσδόκητο. Έναν μικρό, φωτεινό χώρο. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς βιασύνη.
Οι άνθρωποι που έμπαιναν εκεί δεν έμεναν πολύ.
Ακουμπούσαν απλώς για λίγο το κεφάλι τους πίσω, έκλειναν τα μάτια για μια αναπνοή, κι όταν τα άνοιγαν ξανά, το βλέμμα τους είχε βάθος.
Όχι επειδή ξεκουράστηκαν. Αλλά επειδή θυμήθηκαν πώς είναι να βλέπεις χωρίς να προσπαθείς.
Η Πεταλούδα στάθηκε ακίνητη. Δεν ένιωσε τον χρόνο να φεύγει. Ούτε την κούραση να βαραίνει.
Ένιωσε κάτι πιο σπάνιο, σταθερότητα.
– «Δε θέλω να τρέχω έτσι», είπε.
– «Δε χρειάζεται», απάντησε η Αλεπού.
«Αρκεί να μη χάνεις το βλέμμα σου όσο τρέχεις.»
Όταν κατέβηκαν -ναι, κατέβηκαν, γιατί τελικά γίνεται- το τρένο συνέχισε. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς αποχαιρετισμό.
Αλλά κάτι είχε αλλάξει.
Τα μάτια τους δεν προσπαθούσαν πια να προλάβουν τον κόσμο.
Τον άφηναν να περνά χωρίς να τους εξαντλεί.
Και από τότε, κάθε φορά που όλα κινούνται πολύ γρήγορα, όποτε ο χρόνος δεν περιμένει, η Πεταλούδα και η Αλεπού θυμούνται εκείνο το τρένο.
Όχι για να σταματήσουν τον χρόνο. Αλλά για να ταξιδεύουν μέσα του χωρίς να χάνουν τον εαυτό τους.
Βρες αυτή τη μαγεία εδώ