Μια φορά κι έναν καιρό,
Υπάρχουν τόποι που δε φαίνονται σε κανέναν καθρέφτη.
Και υπάρχουν καθρέφτες που δεν δείχνουν πρόσωπα, δείχνουν στιγμές.
Η Πεταλούδα και η Αλεπού έφτασαν εκεί ένα βράδυ που το φεγγάρι έμοιαζε κουρασμένο.
Όχι μισό.
Όχι γεμάτο.
Κουρασμένο.
Η γη ήταν ασημένια, σαν να την είχε αγγίξει κάποιος με πολύ απαλά δάχτυλα.
Και παντού γύρω τους υπήρχαν καθρέφτες.
Μικροί, σπασμένοι, κρεμασμένοι από κλαδιά, τοποθετημένοι πάνω σε πέτρες, άλλοι μισοθαμμένοι στο χώμα.
– «Μην κοιτάξεις αν δεν είσαι έτοιμη», είπε η Αλεπού.
– «Τι δείχνουν;» ρώτησε η Πεταλούδα.
– «Οτιδήποτε έχεις κουραστεί να κουβαλάς.»
Η Πεταλούδα πλησίασε έναν.
Και τότε τα είδε όλα.
Νύχτες που έμεινε ξύπνια χωρίς λόγο.
Σκέψεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Χαμόγελα που προσφέρθηκαν ενώ μέσα της πονούσε.
Τα μάτια της, στον καθρέφτη, δεν ήταν λυπημένα.
Ήταν φορτωμένα.
– «Δεν φταίω εγώ;» ψιθύρισε.
– «Όχι», είπε η Αλεπού. «Απλώς έζησες.»
Προχώρησαν πιο βαθιά στη Χώρα.
Εκεί, ο αέρας άλλαζε. Ήταν παχύς, σαν βραδινή σιωπή.
Κάθε τους βήμα έκανε τον χρόνο να επιβραδύνει.
Και τότε τους είδαν.
Μικρά πλάσματα, σχεδόν διάφανα, καθισμένα πάνω στους καθρέφτες. Είχαν σώματα σαν νιφάδες φωτός και μάτια μεγάλα, ήσυχα. Όχι μάτια που κρίνουν. Μάτια που ακούνε.
Ήταν οι κάτοικοι της Χώρας.
Τα ξωτικά του βλέμματος.
Δε μίλησαν αμέσως.
Κατέβηκαν από τους καθρέφτες και άνοιξαν έναν κύκλο στο έδαφος.
Μέσα του υπήρχε κάτι απαλό.
Όχι νερό.
Όχι φως.
Μια υφή ανάμεσα στην ανάμνηση και την ξεκούραση.
Ένα από τα ξωτικά πλησίασε την Πεταλούδα και άγγιξε απαλά τον αέρα μπροστά από τα μάτια της.
– «Αυτό δεν σβήνει τον χρόνο», ψιθύρισε.
– «Τον μαθαίνει να περνά πιο ήπια.»
Η Πεταλούδα ακούμπησε απαλά την περιοχή γύρω από τα μάτια της.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Οι ρυτίδες…Οι σκιές…Μα πως είναι δυνατόν.. Σαν να άφησαν κάτω τις αποσκευές τους.
Σαν να κάθισαν για λίγο.
Η Αλεπού κοίταξε έναν καθρέφτη.
Και χαμογέλασε.
Όχι γιατί έδειχνε νεότερη.
Αλλά γιατί έδειχνε λιγότερο κουρασμένη από το να πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει κάτι.
– «Δεν μας αλλάζει», είπε.
– «Μας επαναφέρει», απάντησε η Πεταλούδα.
Τα ξωτικά άρχισαν να απομακρύνονται, σκαρφαλώνοντας πάλι στους καθρέφτες.
Πριν χαθούν, ένα γύρισε και είπε:
– «Το βλέμμα δε γερνά από τον χρόνο. Γερνά από όσα δεν του επιτρέπεις να ξεκουραστεί.»
Όταν η Πεταλούδα και η Αλεπού έφυγαν από τη Χώρα, οι καθρέφτες έσβησαν.
Αλλά κάτι είχε μείνει. Ένα βλέμμα πιο καθαρό. Πιο φωτεινό.
Όχι επειδή έφυγε το παρελθόν αλλά επειδή συμφιλιώθηκε μαζί του.
Και από τότε, κάθε βράδυ, πριν η Πεταλούδα κλείσει τα μάτια της, τα φροντίζει.
Όχι από ματαιοδοξία αλλά από σεβασμό, γιατί αυτά τα μάτια είναι τα μόνα που θα δουν όλα τα επόμενα παραμύθια που της επιφυλάσσει η ζωή.
Ξεκούρασε τα μάτια σου εδώ