Με αγορές άνω των 60.00€ ΔΩΡΕΑΝ έξοδα αποστολής σε όλη την Ελλάδα
Με αγορές άνω των 80.00€ ΔΩΡΟ η tote bag
  • Home

Το Κριθαράκι της Κόκκινης Πιπεριάς και ο Παππούς Γιώργης

Το Κριθαράκι της Κόκκινης Πιπεριάς και ο Παππούς Γιώργης

Μια φορά κι έναν καιρό,

Σε ένα υπαίθριο παζάρι που άνοιγε μόνο κάθε πανσέληνο, εκεί όπου τα χρώματα ανακατεύονταν με τις μυρωδιές και οι φωνές των ανθρώπων γίνονταν μουσική, η πεταλούδα και η αλεπού περιπλανιόνταν με θαυμασμό. Ήταν εκεί για να ανακαλύψουν νέα προϊόντα, μα πάνω απ’ όλα, νέες ιστορίες.

Κάπου ανάμεσα στους πλανόδιους τεχνίτες και στους καραμελάδες που στροβίλιζαν το ζεστό μέλι, υπήρχε ένας μικρός πάγκος με μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε:

«Ο Φούρνος της Στιγμής»

Πίσω από αυτόν στεκόταν ένας παππούς με μαλλιά σαν το αλεύρι και μάτια μπλε σαν τη θάλασσα του χειμώνα, μάτια που χαμογελούσαν ακόμα κι όταν ήταν ακίνητα.
Τον έλεγαν Γιώργη και ας μην τον ξεγελούσε κανείς, δεν ήταν φούρναρης.

Η πραγματική του δουλειά ήταν να φτιάχνει δρόμους.
Δρόμους σε βουνά, σε χωριά, σε χωράφια.
Δρόμους που ένωναν ανθρώπους μεταξύ τους.

Δίπλα του, πάντα πρόθυμος και πάντα με τα μάτια ορθάνοιχτα από περιέργεια, στεκόταν ο εγγονός του, ο Θωμάς. Κρατούσε σημειώσεις σε ένα μικρό τετράδιο, σαν να φοβόταν μήπως χαθεί κάποια ιστορία του παππού στον αέρα.

«Και τότε γιατί ο πάγκος λέγεται έτσι;» ρώτησε η αλεπού με περιέργεια.

Ο Γιώργης έκλεισε το μάτι.

«Γιατί κάθε τι που φτιάχνω, είναι μια στιγμή που θέλω να θυμάται κάποιος.»

Ο Θωμάς χαμογέλασε περήφανα, ήξερε πως ο παππούς του το εννοούσε. Άλλωστε, πριν αρχίσει να φτιάχνει δρόμους, είχε δουλέψει για λίγο σε αρχαιολογικές ανασκαφές. «Η γη θυμάται», του έλεγε πάντα. «Και εγώ απλώς βοηθάω να μη χαθούν οι μνήμες της.»

Πάνω στον πάγκο υπήρχε ένα μόνο προϊόν: μικρά σακουλάκια με κόκκινο χρώμα, σαν να είχαν φυλακισμένη μέσα τους μια δύση.

“Κριθαράκι με Πιπεριά Φλωρίνης”
Σιμιγδάλι 100% — Πιπεριά φρέσκια — Αλάτι
και λίγη αγάπη παραπάνω από όσο αντέχει το ζύγι.

Η πεταλούδα πλησίασε και άγγιξε το σακουλάκι με τα φτερά της.

«Γιατί είναι τόσο κόκκινο;» ρώτησε.

Ο παππούς Γιώργης κάθισε στην καρέκλα του και ξεκίνησε την ιστορία:

«Στους δρόμους που έφτιαχνα, περνούσα συχνά από ένα χωράφι με κατακόκκινες πιπεριές. Κάθε πρωί, η ομίχλη τις έκανε να μοιάζουν σαν μικρά φαναράκια που προσπαθούσαν να δείξουν τον δρόμο.

Μια μέρα με δυνατό αέρα λες και με έσπρωχνε γρηγορότερα προς το χωράφι, μια πιπεριά έσκασε απότομα στα πόδια μου, κόκκινη, ώριμη, σαν να ήθελε να μιλήσει. Την πήρα στα χέρια μου, την μύρισα και σήκωσα το βλέμμα μου. Δεν ήμουν πια στο δρόμο, βρισκόμουν στο κέντρο του χωραφιού ανάμεσα σε χιλιάδες κόκκινες πιπεριές που με κοιτούσαν δίχως μάτια και μου μιλούσαν δίχως στόμα. Με άγγιζαν δίχως χέρια, η καρδιά μου γέμισε γεύση και αγάπη και τότε κατάλαβα: όλη η γη εκεί γύρω ζητούσε να γίνει μνήμη, να γίνει ιστορία.
Έτσι αποφάσισα να τη ζυμώσω με σιμιγδάλι και αλάτι, για να κρατήσω ζωντανό το χρώμα και την ανάσα της. Δεν ήμουν φούρναρης, δε μαγείρευα αλλά κάτι μέσα μου με οδηγούσε, κάτι καθοδηγούσε τα χέρια μου».

Κι έτσι γεννήθηκε το κριθαράκι αυτό.
Φτιαγμένο από καθαρό σιμιγδάλι και φρέσκια πιπεριά. Φτιαγμένο από έναν άνθρωπο που δεν ήξερε να μαγειρεύει αλλά ήξερε να ενώνει πολιτισμούς.

Η αλεπού δοκίμασε ένα μικρό, ωμό κομματάκι. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.

«Μοσχοβολάει… σαν δρόμος μετά τη βροχή.»

Ο Γιώργης χαμογέλασε.

«Αυτό είναι. Κάθε φορά που κάποιος μαγειρεύει αυτό το κριθαράκι, κάπου στον κόσμο ανθίζει μια μικρή κόκκινη πιπεριά. Δεν είναι μαγεία είναι η μνήμη της γης που δεν ξεχνά ποτέ από πού ξεκίνησε.»

Ο Θωμάς έγνεψε, λες και επιβεβαίωνε την αλήθεια των λόγων του παππού αφού είχε ακούσει πολλές φορές ότι «η γη θυμάται».

Η πεταλούδα και η αλεπού έμειναν για λίγο σιωπηλές, κοιτάζοντας τον παππού που ταχτοποιούσε τα σακουλάκια του σαν να ήταν μικροί θησαυροί.

«Θα πάρουμε ένα», είπε η πεταλούδα.

«Θα πάρετε δύο», απάντησε ο Γιώργης. «Γιατί όταν μοιράζεσαι φαγητό, ο δρόμος πάντα σε οδηγεί πίσω σε όσους αγαπάς.»

Και τότε ο Θωμάς τούς έδωσε από ένα μικρό κόκκινο κορδόνι.

«Για να σας θυμίζει τον δρόμο μέχρι εδώ», είπε.

Καθώς έφευγαν από το παζάρι, η πεταλούδα γύρισε και είδε κάτι παράξενο: πίσω από τον πάγκο, ένα μικρό φως άναψε για μια στιγμή, σαν μια πιπεριά που άνθισε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μόνο για αυτές.

Εσύ, που αφιέρωσες χρόνο και διαβάζεις αυτή τη στιγμή για τον παππού Γιώργη, ζήτα το κόκκινο κορδόνι, χάρισέ το στον πρώτο που θα δοκιμάσει το κριθαράκι αυτό και οδήγησέ και αυτόν στον Φούρνο της Στιγμής…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *